Κυριακή, 24 Μαΐου 2015

Μέσα στη μεγάλη νύχτα ας λάμψει το βλέμμα του πειρατή κι ας σπινθηρίσει η μαγιά του ονειροπόλου...




"Το ξέρεις πως είναι κερδισμένος τελικά
όποιος χαμογελάει μπροστά στην καρμανιόλα"
Γιάννης Αγγελάκας, "ο χαμένος τα παίρνει όλα"


 Μέσα στη μεγάλη νύχτα ας λάμψει το βλέμμα του πειρατή κι ας σπινθηρίσει η μαγιά του ονειροπόλου...

Τα σύννεφα αυτά βρέχουν οξύ και μέταλλο κάτω στη ρημαγμένη γη. Μανιτάρια φωτιάς, αέρια και δηλητήρια μετάλλαξης, συχνότητες παράλυσης, ραδιενεργά μοιρολόγια αντικαθιστούν τα τραγούδια και τα θροΐσματα των ανέμων, των φύλλων, των πουλιών και των παιδιών. Οι ερινύες, από μισάνθρωπα ιερατεία πληρωμένες κι ορμηνεμένες, χιμάνε πάνω στον άνθρωπο. Τα φίδια έχουν ξεχυθεί στους δρόμους με κροταλίσματα υπουλίας και συρίγματα μίσους, ουδείς θα μείνει αλώβητος!
 Οι σφαίρες των robocops σφυρίζουν απαίσια κι εξοστρακίζονται από σώμα σε σώμα. Μια ψυχρόαιμη παγωμένη φοβέρα, σαν απροσπέλαστη τάφρος γεμάτη έχιδνες και σκορπιούς, απλώνεται απειλητικά ανάμεσα στα βήματα και τους πιο αληθινούς πόθους των ανθρώπων. Μια ανέραστη γεροντοκόρη-δεσμοφύλακας κοινωνία, όλο βρώμικα κόλπα και τα ιερά αντικείμενα και γραφές της στα χέρια, αλυσοδένει και μαστιγώνει παραδειγματικά κάθε αυθεντικό σκίρτημα. Τα ίδια τα ένστικτα, τις χαρές, τους λογισμούς, την αρμονία, την αρμονία με τη φύση.
 Μια ταλαντούχα  σκοτεινή Μηχανή. Γεμάτη τεχνολογικά λαμπιόνια, οφθαλμολάγνες οθόνες και υψηλής ευκρίνειας μάτια και ακόμα και στους τοίχους στημένα αυτιά. Θωπεύει, ρουφιανεύει, οσμίζεται, δικάζει και καταδικάζει, κατασκευάζει ενόχους κι αποδιοπομπαίους τράγους.

 Μια επιδημία πυορραγουσών αληθειών και μοχθηρής λήθης, με κίβδηλες εξηγήσεις κι ερμηνείες, που δηλητηριάζει το μυαλό και την ψυχή από την πρώιμη ηλικία ως τον τάφο. Και μέσα στους κουρελήδες μύθους της θάβει κάθε μνήμη του γενναίου και θαυμαστού της ανθρώπινης φύσης.

 Πολυεθνικοί δράκοι καταβροχθίζουν βουλιμικά τις σάρκες της φύσης κι αρρωσταίνουν τα δώρα της προς τα παιδιά της, μετατρέποντας ό,τι βάζουν στο χέρι και στα σαγόνια σε ξόρκια αποδόμησης και υβρίδια καταστροφής.
 Σιχαμεροί άρπαγες-αφέντες με γαμψά νύχια και με ορδές από βουλιμικά γουρούνια κι αρουραίους των πιο βρωμερών ανήλιαγων στοών και υπογείων, επιδράμουν στη ζωή και το βιος των ανθρώπων. Και τους στραγγίζουν το αίμα, τους απομυζούν από κάθε ζωτικό χυμό, τους παρατάνε ζωντανούς-νεκρούς με το βλέμμα, το μυαλό και το κορμί άδειο, απλανές, σκεβρωμένο.

Κι εγώ; Εγώ...Δεν το κρύβω πως φοβάμαι. Κι όταν φοβάμαι, βρίσκω καταφύγιο και θαλπωρή μέσα σε μια αρυτίδωτη, απερίσπαστη στιγμή.
Όπου της πληρώνω το νοίκι για μια απάνεμη ευκαιρία να δω! Να καταλάβω. Να πετάξω. Να δω και να πετάξω μέσα και πάνω από την ομίχλη της μεγάλης νύχτας και πέρα από τις γαμημένες νόρμες και τα τείχη των γιγάντων με τα πήλινα πόδια και των τεράτων με την ηλίθια θωριά. Κι αυτό που βλέπω, που ψυχανεμίζομαι, που κάνει ό,τι νόμιζα πως μου απέμεινε απ'το χαμόγελό μου να ανθίζει ξανά, είναι τούτο: Το σπινθήρισμα της γνώσης που πασχίζει να τραφεί από την τόλμη του πιο ευγενούς πειρατή, του πιο θαρραλέα κατεργάρη-φόβητρο για τους αμετροεπείς κατεργάρηδες βασιλιάδες, φεουδάρχες και βαρώνους. Και την αστρική μαγιά των πιο ζωντανών ονείρων του πιο αμετανόητου ονειροπόλου.
 Η γνώση πως μέσα απ'όλα τα υπολείμματα και μνήματα της πιο μεγαλεπήβολης φτήνειας...θα γεννηθεί και θα φωτίσει εκείνη η μέρα!

Θα έρθει αδέλφι μου εκείνη η μέρα, θα έρθει, θα έρθει, θα έρθει!
Που οι άνθρωποι θα κοιτιούνται στα μάτια σαν αδέλφια κι όχι σαν αιμοβόρα σκυλιά.
Που τα φριχτά στοιχειά και οι αλαζόνες δράκοι της συμφοράς θα σκούζουν σαν ψωριάρικα κουτάβια στα τάρταρα, εξόριστοι από το φως, γεμάτοι πληγές, ξεχασμένοι από κάθε ζωντανό πλάσμα.
Που οι απαντήσεις δεν θα ξεγελούν και θα ντροπιάζουν τις ερωτήσεις αλλά θα τις τιμούν.
Που όλοι οι θεοί θα φαντάζουν μικρότατοι νάνοι μπροστά στη μεγαλοσύνη του ανθρώπου.
Που η Κατανόηση θα καταστήσει άχρηστο βάρος κάθε δόγμα.
Και η ελευθερία κάθε ανθρώπινου πόρου θα βρίσκεται σε αγαπημένη συμφωνία με τη Φύση και συνάμα θα γενεί η γέφυρα για τα άστρα.

Θα'ρθει εκείνη η μέρα, πίστεψέ με! Κι ας χρειαστεί εκείνοι να ματώσουν, να γείρουν στο χώμα με λαβωμένα τα φτερά, να χάσει η ανάσα την πνοή της.
 Γιατί οι δονήσεις, είτε των πιο ευγενών πειρατών είτε των πιο φευγάτων ονειροπόλων, είναι αλεξίσφαιρες! Και ταξιδιάρες μέσα στις δίνες του χρόνου.
Ακόμα κι όταν εκείνοι πετιούνται και θάβονται κάτω από μπάζα ψεμάτων και παραχάραξης, ακόμα κι αν βρεθούν με κλειστά τα μάτια στο χώμα...

Θα έρθει εκείνη η μέρα αδέλφι μου! Και όλη η ύπαρξη σαν ένα πρώην μαραμένο αγριολούλουδο θα ορθωθεί στο μίσχο της ξανά.

ανιχνευτής

Eνάντια στην "επιπεδούπολη"