Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Το ταξίδι της ψυχής ενός ναρκωμανή. κεφ. 5


γράφει ο Άκης κουστουλίδης

Η φυγή


Με προορισμό την αγάπη η ψυχή μου ένιωθε την λαχτάρα να φουντώνει μέσα της και η ανάγκη για την συνέχιση του ταξιδιού ήταν πλέον ορατή.
Η ζωή μου μάζεψε όσα πιο πολλά εφόδια μπορούσε και τα έβαλε μέσα στη βάρκα μας. Όλα ήταν έτοιμα για να μπούμε στον ποταμό και να ταξιδέψουμε μα η καρδιά έμενε σιωπηλή. Ο φόβος μην τυχόν και ξαναπληγωθεί την έκανε να κρυφτεί κάτω από τον μανδύα της μοναξιάς ο οποίος πλέον της ήταν οικείος. Ήξερε πως κάτω από τον μανδύα δεν μπορούσε κανένας να μπει και ούτε μπορούσε κανένας να της τον πάρει.

Τα μετρημένα χρόνια περνούσανε και η ρουτίνα άρχισε να γίνεται βαρετή και υποχρεωτική κατά μία έννοια. Η ψυχή μου προσπαθούσε να επικοινωνήσει με την καρδιά μου και να της δώσει λίγο θάρρος για να χτυπήσει αλλά μάταια δεν την άκουγε με τίποτα. Έτσι έκανε υπομονή πηγαίνοντας το πρωί στο λιμάνι του σχολείου και το βράδυ κατέληγε στο λιμάνι της οικογένειας.
Στο λιμάνι του σχολείου δεν την άγγιζε τίποτα. Όλα της φαινότανε ψεύτικα και άρχισε να νιώθει πως η γνώση είναι μέσα στο ποτάμι ή σε λιμάνια που ακόμη δεν είχε γνωρίσει. Έβλεπε τις ψυχές που μοιράζανε την γνώση να υποκρίνονται και να κρύβουν οποιαδήποτε αλήθεια προσπαθούσε να έρθει στην επιφάνεια. Έβλεπε αυτές τις ίδιες ψυχές να προσπαθούν να διαμορφώσουν όλες τις ψυχές σύμφωνα με κάποια πρότυπα τα λέγανε για να μπορούν να γίνουν κάλοι άνθρωποι. Η ψυχή μου πάντα αναρωτιότανε ποιο να είναι άραγε το καλό και ποιο είναι το κακό. Τα ένιωθε όλα ανάποδα και δεν διαμορφωνότανε με τίποτα και δεν μπορούσε καμία άλλη ψυχή να την πείσει πως όλη αυτή η γνώση είναι ο μονόδρομος για την αγάπη.
ΑΓΑΠΗ; Τρόμαζε κάθε φορά που ένιωθε την απουσία της. Εξοργιζότανε με την καρδιά της που δεν χτυπούσε για τον μεγάλο προορισμό. Θύμωνε με τον μετρημένο χρόνο που τον έβλεπε να κυλά σιγά-σιγά σαν να ήθελε να σταματήσει και να θέλει να τιμωρεί την ψυχή. Κάπου κάπου σκεφτότανε η ψυχή  μήπως τελικά αυτός που τα δημιούργησε όλα αυτά υπάρχει και απλά έχει μερικές ψυχές που τις τιμωρεί αιώνια; Μήπως τελικά έκανε λάθος η ψυχή  και πήρε υλική μορφή; Ποτέ της δεν μπορούσε να απαντήσει στις ερωτήσεις που έκανε η ίδια στον εαυτό της και το πιο τραγικό ήταν ότι δεν έβρισκε καμία γνώση και κανένα σημάδι που θα μπορούσε να της εξηγήσει γιατί η αγάπη είναι τόσο δύσκολη και γιατί τόσο δύσκολα οι άνθρωποι  αγαπιούνται μεταξύ τους. Της φαινότανε τόσο απλό μα και τόσο περίπλοκο μαζί που στο τέλος χανότανε μέσα σ' ένα χαοτικό τούνελ που την έβγαζε σχεδόν πάντα στην ματαιοδοξία και στην απελπισία.
Κάθε μέρα προτού πάει στο λιμάνι της οικογένειας έκανε κάποιες διαδρομές που της δίνανε την αίσθηση της αναζήτησης και μύριζε κάτι από ταξίδι προς την αγάπη. Αν και ήταν κοντινές πάντα ησύχαζε που έμενε έστω και για λίγες μετρημένες ώρες μόνη με την ζωή της.
Σε μια από τις κοντινές της διαδρομές άκουσε κάτι περίεργες σκληρές μελωδίες να ηχούν στα αυτιά του σώματός της και νιώθοντας μια ισχυρή έλξη έτρεξε προς το λιμανάκι που ακουγότανε. Ήταν το λιμάνι της μουσικής που ακούγανε πάρα πολύ λίγες ψυχές.
Ήταν η απαγορευμένη μουσική που έπαιζε μόνο για κάτι πληγωμένες ψυχές για κάτι ψυχές που δεν αντέχανε όλη την ρουτίνα και δεν συμβιβαζότανε με τα πρότυπα των ανθρώπων. Ήταν η μουσική που σου έδινε την αίσθηση της επανάστασης προς τα ψεύτικα πρότυπα. Ήταν η μουσική που μαζί της μπορούσε μια ψυχή να θυμώσει μπορούσε να κλάψει μπορούσε να πάρει δύναμη για να κάνει υπομονή και να μείνει  ζωντανή. Επιτέλους η ψυχή μου βρήκε κάτι που ήταν αληθινό και πλημμύρησε από χαρά. Θέλησε να το κρατήσει μυστικό αυτό το λιμάνι και να το επισκέπτεται όσο πιο συχνά μπορούσε. Δεν ήθελε να το πει σε κανέναν γιατί φοβότανε μήπως το καταστρέψουν. Ένιωθε πως αυτό το λιμάνι θα έπαιζε σημαντικό ρόλο στο ταξίδι της.
Επιστρέφοντας στο λιμάνι της οικογένειας το ίδιο απόγευμα είδε την μεγαλύτερη μάχη να εξελίσσετε χωρίς να ξέρει τι θα μπορούσε να συμβεί όταν θα τελείωνε. Είδε τις βάρκες των γονιών της να κτυπάει η μια την άλλη με όλη τους την δύναμη και το μίσος να βασιλεύει στον ορίζοντα.
Είδε να κυλάει αίμα από τα σώματά τους και οι βάρκες τους να είναι έτοιμες να βουλιάξουν. Η ψυχή μου προσπάθησε να επέμβει για πρώτη φορά και ίσως τελευταία σπρώχνοντας την βάρκα της ανάμεσα στων γονιών τις βάρκες προσπαθώντας με αυτόν τον τρόπο να σταματήσει την μάχη. Μάταια όμως, δέχτηκε επίθεση από την βάρκα του πατέρα της και ο πόνος που ένιωσε ήταν αβάσταχτος. Δεν ήταν το αίμα που κύλησε ούτε η υλική ζημία που έπαθε η βάρκα αλλά ήταν η πιο βαθιά πληγή που άνοιξε μέσα στην καρδιά της. Η απόγνωση ήταν μεγάλη και η οργή προς όλον τον υλικό κόσμο αγκάλιασε όλη την υλική της ύπαρξη.
Ήθελε να φύγει μια για πάντα από το λιμάνι της οικογένειας μα ο μετρημένος χρόνος την κρατούσε φυλακισμένη μέσα στα δυο λιμάνια της ρουτίνας της. Θέλησε η ψυχή να αφήσει τον υλικό κόσμο και να επιστρέψει εκεί που όλα ήταν γνωστά για αυτήν και δεν μπορούσε κανένα υλικό από αυτόν τον κόσμο να την αγγίξει.
Εξοργίστηκε με τους θεούς αυτού του κόσμου θεωρώντας τους πλέον ανύπαρκτους.  Πίστεψε πως δεν υπάρχει τίποτα από όλα όσα λέγανε οι άνθρωποι και πως όλα είναι στην φαντασία των ανθρώπων. Απλά ήταν ένα μέσο για να φοβίζουν τις ψυχές που δεν μπορούσανε να διαμορφώσουν. Τις ψυχές που απλά θέλανε να αγαπήσουν και να αγαπηθούν. Τις ψυχές που αρνιόντουσαν να υπηρετήσουν τον υλικό κόσμο και απλά θέλανε τα ταξιδέψουν μέσα στο ποτάμι.
Η πρώτη σκέψη της ψυχής που ήθελε να σκοτώσει το σώμα της και να ελευθερωθεί από όλο αυτόν τον πόνο που βίωνε ξαφνικά χάθηκε. Ξαφνικά η καρδιά χτύπησε και η ψυχή ταράχτηκε από τον φόβο μιας ακόμη άγνωστης μάχης. Νόμιζε πως μόνο μάχες θα δίνει αλλά είχε ξεχάσει τελείως πως η ζωή της τής είχε κάνει ένα δώρο. Είχε ξεχάσει μέσα σε όλο τον πόνο πως υπήρχε ένα δικό της μέρος όπου μπορούσε να ησυχάσει για λίγο μετρημένο χρόνο.
Ήταν το ανώνυμο λιμάνι της ψυχής όπου όλα ήταν σαν ένα άδειο βιβλίο.
Αγκάλιασε η ζωή όλη την υλική μου ύπαρξη και οδήγησε την βάρκα στο ανώνυμο λιμάνι της.
Έριξε την Άγκυρα και αποκοιμήθηκε. Χρειαζότανε ξεκούραση και δύναμη.
Πείσμωσε και υποσχέθηκε στον ίδιο της τον εαυτό πως όσες μάχες και να ζήσει, όσες πληγές και να αποκτήσει η καρδιά όσο η ζωή τής δίνει την πολύτιμη ανάσα αυτή θα ταξιδεύει. Όσος μετρημένος χρόνος και αν χρειαστεί αυτή θα υπομένει και θα ταξιδεύει. Ήταν έτοιμη να θυσιάσει τα πάντα μπροστά στον μεγάλο της προορισμό.
Ήταν απόλυτα έτοιμη να δώσει χρώμα και μορφή στο ανώνυμο λιμάνι της.
Ένιωθε πως το ανώνυμο λιμάνι της θα την οδηγούσε στον μεγάλο προορισμό. Χρειαζότανε ένα όνομα.
Ένα όνομα που δεν θα μπορούσε να το ξεχάσει ποτέ. Ένα όνομα αντάξιο του μεγάλου προορισμού.
ΟΝΕΙΡΟ. Ναι αυτό είναι το όνομα του μυστικού της λιμανιού. Είναι το όνομα που ξεφώνησε η ψυχή και ήταν η πρώτη φορά που ακούστηκε και αισθάνθηκε την ολότητα της υλικής και άυλης ύπαρξής της.
Αυτό χρειάζεται ένα ΟΝΕΙΡΟ.





κεφ. 1 http://upogia-taxi.blogspot.gr/2013/03/1_20.html

κεφ. 2 http://upogia-taxi.blogspot.gr/2013/03/2_20.html

κεφ. 3 http://upogia-taxi.blogspot.gr/2013/03/3.html

κεφ. 4 http://upogia-taxi.blogspot.gr/2013/03/4.html