Δευτέρα, 18 Μαρτίου 2013

Υ.Γ. Όποιος κατάλαβε κατάλαβε …...............


 γράφει ο Άκης κουστουλίδης

Θυμάμαι πριν καιρό ένιωθα βάρος πολύ στην καμπούρα μου, ένιωθα το φορτίο να είναι δικό μου, μα δεν θυμόμουνα να το είχα φορτώσει εγώ με τα χεράκια μου.
Θυμάμαι ένιωθα τον νου μου βαρύ και τις σκέψεις μου να μου τρυπάνε το μυαλό, μα δεν θυμόμουνα να τις είχα σκεφτεί εγώ.
Θυμάμαι   το μυαλό μου  να κυριεύει την καρδιά μου αφήνοντάς την πληγές, πληγές που νόμιζα δεν θα γιατρευτούν ποτέ γιατί έτσι μου έλεγαν οι ξένες σκέψεις του μυαλού μου που νόμιζα πως τις είχα σκεφτεί από μόνος μου.

Η κούραση είχε γίνει συνήθεια, μα δεν θυμόμουνα να είχα κουραστεί από δική μου δουλεία, δεν θυμόμουνα  να είχα κάνει κάτι εκτός από το να ξέρω ότι είμαι κουρασμένος.
Οι εικόνες μπροστά στα μάτια μου ήταν πάντα οι ίδιες όσο και αν προσπαθούσα να δω από την άλλη μεριά.
Τα τοπία πάντα ίδια με μια μίζερη όψη, χέρι-χέρι με τις σκέψεις που νόμιζα δικές μου, φόρτωναν κι΄άλλο στην καμπούρα μου βάρος, με αποτέλεσμα να μην μπορώ να κουνήσω το άμοιρο κορμί μου.
Να μην μπορώ να κάνω βήμα μπρος, να μην μπορώ να αγγίξω μια στιγμή ξεκούρασης και ηρεμίας.
Κόλαση η ζωή και η αγάπη ήταν  κάτι ξένο, κάτι που ήτανε γραμμένο σε ένα ξεθωριασμένο παραμύθι που θυμόμουνα από παιδί, αλλά δεν θυμόμουνα πως ήμουνα παιδί.
Είχα κάτι φαντάσματα για φίλους και ερωμένη μια σκιά, που και πάλι δεν θυμόμουνα που ανταμώσαμε και γίναμε παρέα.
Χρόνια ολάκερα περάσανε και δεν ξημέρωνε ποτέ, αλλά ούτε και είχε ξαστεριά, αφού έτσι και αλλιώς είχα μείνει πια τυφλός.
Τα τραγούδια σώπασαν  μόλις είδανε τα χείλη των φίλων μου και η σκιά έδιωξε τον έρωτα, αφού έτσι και αλλιώς όλα ήτανε αχρείαστα για μας, έτσι και αλλιώς ο δρόμος αόρατος μεν, μονόδρομος των σκέψεών μας δε.
Τα όνειρα μοναχικά και λυπημένα προσπαθούσανε να μπούνε λαθραία στα μυαλά μας, μα οι σκέψεις μας είχανε τους δικούς τους φρουρούς και τα δικά τους μαγικά όπλα, σκοτώνοντας οποιαδήποτε προσπάθειά μας να ονειρευτούμε.
Το μεγαλείο του μπερδέματος τόσο μεγάλο που μόνο οι αριθμοί μπορούσανε να το περιγράψουν.
Η παρέα μου και γω μείναμε άγνωστοι μέσα στον παραδεισένιο κολασμένο κόσμο των σκέψεών μας μέχρι να ακουστεί μία φωνή.
Μία φωνή που ήταν ξένη, δεν έμοιαζε να βγαίνει από το γυαλί, δεν έμοιαζε να είναι γνώριμη στον αόρατο υλικό μου κόσμο.
Μία φωνή που δεν θυμόμουνα που αλλά την είχα ξανακούσει κάποτε.
Κάποτε στο μακρινό μου μέλλον είχα ζήσει αυτό που νόμιζα ότι είχα σκοτώσει μέσα στο κοντινό μου παρελθόν.
Δεν ήταν τίποτα παραπάνω από το ένα νούμερο που μου φώναζε συνεχώς εκείνη η γνωστή μου, μα  άγνωστη φωνή.
Εκείνη η φωνή της συνείδησης μου φώναζε απεγνωσμένα το νούμερο που τα είχε όλα, το νούμερο που έχει στην αγκαλιά του το άπειρο και το τίποτα ταυτόχρονα.
Σ΄αυτό το νούμερο είναι όλη η αλήθεια …........


Τι δεν κατάλαβες φίλε μου;  μου λέει η φωνή της συνείδησής μου.
Αν θέλεις πραγματικά να πετάξεις τα βάρη από την καμπούρα σου που δεν ξέρεις αν είναι δικά σου, αν θέλεις να σκεφτείς τις δικές σου πραγματικές σκέψεις και να αγαπήσεις με την πραγματική αγάπη της πληγωμένης σου καρδιάς, αν θέλεις να ονειρευτείς  τα δικά σου αληθινά όνειρα και να δεις με τα πραγματικά σου μάτια τον αληθινό κόσμο ένα πράγμα πρέπει να αλλάξεις.
Η μεγάλη αλήθεια έφτασε μα με τραβούσε ο φόβος κάτω, απεγνωσμένα με έλουζε με τον κρύο ιδρώτα της ψευτιάς.
Όσο και αν φοβήθηκα τελικά ρώτησα με μια μόνο φράση  την συνείδησή μου: και τι πρέπει να αλλάξω;
Όλααααααα μου λέει, ναι η λύτρωση είναι το μηδέν...........




Υ.Γ. Όποιος κατάλαβε κατάλαβε …...............