Τετάρτη, 20 Μαρτίου 2013

Το ταξίδι της ψυχής ενός ναρκωμανή. κεφ. 2



γράφει ο Άκης κουστουλίδης

Το πρώτο λιμάνι








Η ζωή μου ξεκίνησε το ταξίδι της ψυχής μου και η βάρκα άρχισε να κολυμπά πάνω στα θολά νερά του ποταμού με πορεία προς τον άγνωστο προορισμό της ψυχής μου. Αυτό που κυρίεψε την ψυχή μου έκτος από τον φόβο ήταν και μια περίεργη γεύση που έφερνε ο αέρας και τύλιγε όλο μου το κορμί. Ένιωθε την ανάγκη για φροντίδα. Ένιωσε την καρδιά του σώματος να χτυπά σαν τρελή. Προσπάθησε η ψυχή μου να καταλάβει τι γινότανε και έκανε μια απέλπιδα προσπάθεια να επικοινωνήσει με την υλική της μορφή αλλά μάταια, δεν μπορούσε να συνδεθεί ακόμη.

Η καρδιά μόλις είχε κάνει την πρώτη της επιλογή οδηγώντας την βάρκα σε ένα λιμάνι που το όνομά του ήταν οικογένεια.
Αυτό το λιμάνι ήταν μοναχικό και είχε μόλις δυο βάρκες που ήταν αραγμένες στους κόλπους του. Η ψυχή μου ένιωθε μια ευχάριστη αύρα να  τυλίγει το κορμί της. Υπήρχε κάτι το ανώτερο που σκέπαζε σαν ξεχωριστός ουρανός όλο το λιμάνι, υπήρχε μια σπίθα που δεν έσβηνε ποτέ και αν και όλα αυτά ήταν ακατανόητα για την ψυχή μου, αυτή ηρέμησε και άφησε την ζωή να κάνει την δουλειά της και να της φανερώσει όλα όσα ένιωθε.
Στο βάθος του λιμανιού υπήρχαν δυο άνθρωποι που χαμογελούσανε και τραγουδούσανε για τον καινούργιο επισκέπτη του λιμανιού.
Μόλις η ψυχή μου αντίκρισε τις μορφές των ανθρώπων, αναγνώρισε πως εκεί στεκόταν η μάνα. Η ζωή χωρίς να χάσει από τον μετρημένο χρόνο της μου είπε, εδώ είναι η οικογένειά σου η μάνα σου και ο πατέρας σου, και όλη αυτή η ευχάριστη αύρα που νιώθεις λέγεται αγάπη, ή μάλλον η αγάπη των γονιών σου για τον ερχομό σου. Αυτοί θα σε φροντίσουν μέχρι το σώμα σου να γίνει σαν και το δικό τους. Θα σε κρατήσουν εδώ μέχρι να μπορείς να κουμαντάρεις μόνη σου το σώμα σου και μέχρι η καρδιά σου να χτυπήσει για την επόμενη επιλογή.
Σιγά-σιγά με το πέρασμα του μετρημένου χρόνου η ψυχή μου άρχισε να απολαμβάνει όλους τους καρπούς της αγάπης των γονιών της και αισθανότανε το σώμα της να μεγαλώνει. Άρχισε να τρέχει, να παίζει, να γελάει, να κλαίει, μα το κυριότερο άρχισε να μιλάει μαθαίνοντας τα ονόματα των υλικών μορφών που υπήρχαν γύρω της.
Η ψυχή μου μετά από πέντε μετρημένα χρόνια μέσα στο λιμάνι της οικογενείας άρχισε να πιστεύει πως τίποτα δεν πρόκειται να ταράξει όλα αυτά που ένιωθε μαζί με την ζωή της και πως  θα περνούσανε αρκετά μετρημένα χρόνια μέχρι που η καρδιά της θα χτυπούσε για το επόμενο λιμάνι.
Ένα ακόμη γεγονός που την χαροποίησε ήταν ο ερχομός ακόμη μιας βάρκας στο λιμάνι της οικογενείας, ο ερχομός μιας ακόμη  ψυχής που ξεκίνησε να παίρνει την μορφή της μέσα στην ίδια μήτρα που πήρε και η δική μου ψυχή την μορφή της. Η ζωή μού ψιθύρισε πως αυτή η καινούργια βάρκα κουβαλάει την αδερφή της ψυχής σου και για αρκετό μετρημένο χρόνο θα ταξιδεύετε παράλληλα στο ποτάμι .
Η ψυχή μου άρχισε να νιώθει περίεργα, σαν να ξεκολλούσε κάτι από το σώμα της. Ένιωθε πως εδώ και πολύ καιρό είχε αρχίσει και αυτή να αγαπάει την οικογένεια της και για πρώτη φορά η ευτυχία σκέπασε όλο της το υλικό και αόρατο είναι της.
Αυτό που δεν ήξερε ήταν η δυστυχία και πόνος που αρχίσανε να στέλνουν τα πρώτα τους σημάδια. Καταλάβαινε πως κάτι τρέχει ανάμεσα στις δυο βάρκες των γονιών της και τα τραγούδια γίνανε έντονες φωνές που τις άκουγε για πρώτη φορά. Η καρδιά άρχισε να έχει έναν αλλόκοτο ρυθμό που δεν τον είχε ξανανιώσει ποτέ η ψυχή μου.
Ο μετρημένος χρόνος είχε τελειώσει και έφτασε στο λιμάνι ένα τέλος και μία αρχή μαζί, χέρι-χέρι εμφανιστήκανε στο λιμάνι και ο ξένος αέρας που κουβαλούσε τον πόνο μαζί του.
Η καρδιά άρχισε να χτυπά και η ψυχή μου τρόμαξε. Δεν ήξερε τι ήταν όλα αυτά που ένιωθε.
Οι γονείς ήρθαν με τις βάρκες τους και είπανε σε μένα και στην αδελφή της ψυχής  μου πως χρειάζεται να αλλάξουν λιμάνι γιατί οι καρδιές τους χτύπησαν και κάνανε τις επιλογές τους.
Η ζωή μου έτρεξε μ' αγκάλιασε και προτού καταλάβω τι γινότανε με έβαλε μέσα στη βάρκα μας. Η καρδιά μου χτυπούσε και δεν ήξερε τι επιλογή να κάνει. Όλα γρεμιστήκανε και η οργή ήρθε και φώλιασε στην καρδιά μου μαζί με τον πόνο και την δυστυχία.
Το ίδιο έκανε και η ζωή της αδερφής ψυχής φέρνοντας την βάρκα της τόσο κοντά στη δική μου που κοντέψανε να χτυπηθούν και να βουλιάξουν.
Μετά την φουρτούνα η αρχή έμοιαζε σαν ένα πουλί που δεν μπορούσα ποτέ να το δω ενώ άκουγα το κελάηδημα του.
Χωρίς να καταλάβω πόσος μετρημένος χρόνος πέρασε μπήκα σε ένα λιμάνι μαζί με την αδερφή της ψυχής μου που ήταν  πολύ τρομακτικό και αφιλόξενο. Άκουγα μόνο κλάματα και κραυγές ψυχών που κατοικούσανε εκεί ψηλά στην κορυφή του λιμανιού. Όλοι μα όλοι τους φορούσανε ένα περίεργο μανδύα που τους έπνιγε την χαρά και την αγάπη που νιώθανε πριν φτάσουν σ' αυτό το λιμάνι. Μας δώσανε και εμάς από έναν μανδύα που φορώντας τον ένιωθα ένα περίεργο βάρος να βαραίνει μόνο την καρδιά μου και όχι το σώμα μου. Ήταν ο μανδύας της μοναξιάς και το φορούσανε όλες οι ψυχές που μπαίνανε στο λιμάνι της εγκατάλειψης.