Δευτέρα, 29 Αυγούστου 2016

Πώς ανοίγει το οπτικό




Θα αρχίσω πρώτα με το πώς κλείνει: Σου λέει κάποιος «ή θα με πληρώσεις ή θα σου πάρω το σπίτι». Αυτό που «προσκαλεί» την λογική και σε κάνει να την επιλέξεις για να επιληφθεί της καταστάσεως είναι ο φόβος του φόβου σου.

Να πούμε κάτι για τα συναισθήματα. ΚΑΝΕΝΑ συναίσθημα αυτό καθ’ αυτό δεν τελματώνει τον άνθρωπο, μόνο αυτό που ο ίδιος δεν θέλει. Αν άφηνες ας πούμε τον φόβο να σε κατακλύσει, αν δεν τον πολέμαγες, αν δεν τον φοβόσουν, αν δεν σε ενοχλούσε που τον νιώθεις, τότε η ψυχή θα αναλάμβανε δράση. Στον έρωτα, που είναι κάτι που θες, που δεν το παλεύεις, αυτομάτως (χωρίς την δική σου έγκριση ή επιθυμία) η ψυχή κάνει κουμάντο. Αν, από την άλλη, το συναίσθημα του έρωτα δεν το θες, παθαίνεις το ίδιο ακριβώς που παθαίνεις με τον φόβο, κι ας είναι ο έρωτας ένα θετικό συναίσθημα.


Πάμε στο ζητούμενο. Όταν κάποιος σου προκαλέσει φόβο βλέπεις μόνο τις επιλογές που εκείνος σου δίνει. Ήτοι: ή θα πληρώσεις ή θα σου πάρει το σπίτι. Τίποτε άλλο. Και δεν μπορείς να ξεφύγεις από το αδιέξοδο, ούτε αν κάποιος σε ενημερώσει για μία άλλη υπαρκτή, βεβαιωμένη επιλογή, ακόμα κι αν την βρίσκεις σωστή, ακόμα κι αν στην αποδεικνύει. Εσύ θα βρεις κάποιον λόγο (με την σκέψη, την λογική) να σε διαχωρίσεις, θα βρεις μια ελάχιστη λεπτομέρεια για να την ορίσεις ως «διαφορετική από την δική σου περίπτωση» και να την βγάλεις από την φαρέτρα (των επιλογών σου).

Πάμε στο άνοιγμα του οπτικού.
(Ας έχουμε ως παράδειγμα -για βάση- το ότι δεν κάνω εμβόλια στην κόρη μου.) Όταν κάποιος θα μου έλεγε «ποιος σου έδωσε το δικαίωμα να αποφασίσεις να παίξεις κορώνα γράμματα τη ζωή του παιδιού σου, στον εαυτό σου έχεις μόνο δικαίωμα να κάνεις ό,τι θες, αυτό δεν φταίει σε τίποτα να πληρώσει για τις δικές σου ακραίες επιλογές», μου προκαλούσε το αίσθημα των τύψεων, που καθόλου δεν το ήθελα. Επειδή φοβόμουν τις τύψεις, δεν τις ήθελα, κουμάντο όριζα να κάνει η λογική, και αναγκαστικά έβλεπα μόνο τα δεδομένα που ο "νουθετιστής" μού έδινε, ήτοι: το παιδί μου δεν είναι εγώ, μόνο την δική μου ζωή μπορώ να ορίζω. Τελεία. Τίποτε άλλο δεν έβλεπα.

Δεν έκανα σχεδόν τίποτα για να διακτινιστώ στην άλλη μεριά, έγινε σχεδόν από μόνο του όταν κατάλαβα ότι επειδή σκέφτομαι δεν μπορώ να διακρίνω ό,τι άλλο υπάρχει. Και μόνο που το κατάλαβα, ότι είμαι εγκλωβισμένη όσο προσπαθώ με την λογική να το επεξεργαστώ, ξεκόλλησα. Έφυγα από την τελματωμένη αδιέξοδη μεριά.

Τι είδα πηγαίνοντας στην αντίπερα όχθη; Ποιος γονιός ρωτάει το παιδί του, για να του κάνει αυτά που του κάνει;

Δεν θα σε πάω στα ακραία, όπως «η μάνα που παρατάει το παιδί της σε ίδρυμα, το ρώτησε;», γιατί θα βγάλεις τον εαυτό σου απ’ έξω, θα πεις δεν ανήκω σε αυτή την κατηγορία, δεν με αφορά. Θα σε πάω σε πιο συμβατά λημέρια. Η μάνα που δουλεύει και αφήνει το παιδί της σε σταθμό, ή να το μεγαλώσει μία νταντά, το ρώτησε; Ρώτησε το παιδί της αν ευχαριστιέται που δεν έχει την μάνα του; Το ρώτησε αν προτιμά τα χρήματα για να του παίρνει παιχνίδια και καλούδια, από το να έχει εκείνη; Πάμε σε επόμενο συμβατό, η γυναίκα που κάνει έκτρωση ρώτησε πρώτα το παιδί της;

Αφήνω τα συμβατά, πάμε στα δύσβατα (όχι γιατί δεν φανερώθηκε αυτό που θέλω να πω, απλά γιατί πολύ το θέλω).
Μια από αυτές τις μέρες, ήμουν ανοιχτή και παρακολουθούσα την κόρη μου. Τι είδα: Τα μωρά βρίσκονται για σχετικό (με την έννοια του κυμαίνεται) καιρό ανάμεσα στις δύο καταστάσεις, της ζωής και του πνεύματος. Όπως αυτός που πεθαίνει δεν φεύγει η ψυχή του αμέσως, παρά μένει για κάποιο καιρό (σχετικό/κυμαίνεται) στη γη ως ψυχή, έτσι και τα μωρά, στο αντίστροφό του. Βρίσκονται με το ένα πόδι εδώ και με το άλλο εκεί. Επίσης είδα ότι όσο περισσότερο καιρό μείνει ένα μωρό σ’ αυτή τη φάση (στην με το ένα πόδι εδώ και το άλλο εκεί φάση) τόσο πιο κοντά στην ψυχή του θα είναι ως ενήλικας, τόσο πιο φωναχτά θα την ακούει, τόσο δεν θα μπορεί να μην την ακολουθεί. (Και μου ήρθε ότι αυτό συνέβη σε μένα!) Επίσης είδα ότι, όσο καλό είναι για τα μωρά να μείνουν περισσότερο χρόνο στην ενδιάμεση κατάσταση, τόσο κακό είναι για αυτόν που πεθαίνει. Επίσης είδα ότι για να καταφέρει να φύγει αυτός που πεθαίνει πρέπει να τον αφήσουν αυτοί που ‘μείναν πίσω. (Αυτοί τον κρατάνε, εκείνος καθόλου δεν θέλει να βρίσκεται στην ενδιάμεση κατάσταση.)

Τώρα, πώς κρατάς όσο περισσότερο καιρό γίνεται ένα μωρό στην ενδιάμεση κατάσταση: Η κόρη μου μιλάει μια δική της γλώσσα. Και δεν εννοώ μπεμπεκίστικα όπως συνηθίζουν τα μωρά, που λένε το γάλα λάλα, μιλάει (κανονική συζήτηση) κάτι σαν κινέζικα. Μου έχουν πει όλοι οι ενήλικες που με βλέπουν να πιάνω συζήτηση με την μπουμπού στα κινέζικά της, ότι αυτό που κάνω είναι πολύ κακό, πρέπει να της μιλάω κανονικά γιατί δεν θα μάθει να μιλάει, θα αργήσει, και η ομιλία είναι σε συνάρτηση με την ικανότητα για σκέψη και θα έχει πρόβλημα στο σχολείο, θα μείνει πίσω από τα άλλα παιδιά κλπ.
Αυτό ακριβώς ΔΕΝ θα της κάνω, για να την αφήσω να μείνει όσο περισσότερο γίνεται στην ενδιάμεση κατάσταση. Και για να μην χρειαστεί να το αναπτύξω περισσότερο θα πω απλά ότι για να μείνει ο άνθρωπος περισσότερο καιρό κοντά στην ψυχή του, αρκεί να κάνει όλα τα αντίθετα από αυτά που ορίζουν ως σωστά οι καθωσπρέπει ενήλικες (να κάνει όλα τα αντίθετα από τους κανόνες που έχει θέσει η κοινωνία).

ΦΥΣΙΚΑ αυτό που μόλις ανέπτυξα είναι παντελώς αμφισβητήσιμο. Με κανέναν τρόπο δεν θα μπορούσε να αποδειχτεί ως σωστό/αληθές. Σκέψου όμως…. να υπήρχε περίπτωση να είναι… Σκέψου, αν από μία τέτοια απλή λεπτομέρεια καταστρέφεις ένα μωρό, για όλη του την ζωή, ΧΩΡΙΣ ΝΑ ΤΟ ΡΩΤΗΣΕΙΣ, σκέψου κάθε λεπτομέρεια του τρόπου που το μεγαλώνεις, σκέψου πόσα ανεπιστρεπτί χτυπήματα του καταφέρνεις. Πχ (για να πάμε πάλι στα συμβατά) όταν πιστεύεις ότι δεν μπορεί να έχει άποψη μέχρι να ενηλικιωθεί, δεν το αφήνεις να έχει άποψη και εσύ αποφασίζεις για εκείνον, όταν πιστεύεις ότι είναι μικρός για να έχει υποχρεώσεις και τις αναλαμβάνεις εσύ για εκείνον, και από πάνω, όταν μεγαλώσει τον βρίζεις γιατί είναι άβουλος και τα περιμένει όλα από εσένα. Κι όλα αυτά τα πολύ απλά και συνηθισμένα πράγματα, που σημαδεύουν τα παιδιά για όλη τους τη ζωή και δεν μπορούν με τίποτα να ορθοποδήσουν, και μία ζωή ψάχνονται και ηρεμία δεν βρίσκουν, τα κάνεις ΧΩΡΙΣ ΤΗΝ ΑΔΕΙΑ ΤΟΥΣ. (Κι αν δεν έχεις παιδί πάλι μπορείς να το δεις, τα έκαναν σε σένα οι γονείς σου, χωρίς να σε ρωτήσουν, και όλο αυτό το κουβάρι που έχεις μέσα σου οφείλεται στον τρόπο που ΕΚΕΙΝΟΙ και ΕΡΗΜΗΝ ΣΟΥ επέλεξαν να σε μεγαλώσουν.)

Ο Χριστός ήταν και μεγάλος φιλόσοφος. Είχε πει, πριν δείξεις με το δάχτυλο κάποιον πρέπει το δάχτυλό σου να είναι καθαρό. Είπε κι αυτό με το ξυλαράκι στο μάτι. Είπε και το μνημειώδες ο αναμάρτητος πρώτος το λίθο...

Αυτό λοιπόν που μού έδειξε το ανοιχτό μου οπτικό και δεν χρειάζεται πλέον να ψάχνω την απάντηση στο ερώτημα "είναι εγώ το παιδί μου; έχω το δικαίωμα να τιμώ τις απόψεις μου ζώντας αν εκείνο βάλλεται;", δείχοντάς μου το σωστό/δίκαιο (οπότε πλέον δεν χρειάζεται να σκέφτομαι και έτσι η ψυχή κάνει κουμάντο) είναι: Μου είχε πει παλαιότερα ο φίλος μου ο Αλεξ «μα θέλεις δεν θέλεις φέρνεις επίδραση στο παιδί σου. Ακόμα και το γεγονός ότι δεν θέλεις να φέρεις καμία επίδραση (αυτό του είχα πει), επίδραση είναι κι αυτό».
Αλλά όταν μου το έλεγε τίποτα δεν κατάλαβα, γιατί είχα βρει κάποιον λόγο (με την σκέψη, την λογική) να με διαχωρίσω από εκείνον, βρήκα μια λεπτομέρεια και όρισα ως διαφορετική την δική μου περίπτωση, και την ολοφάνερη γνώση που είχε μέσα στης η άποψή του την έβγαλα από την φαρέτρα των πιθανά σωστών/αληθειών. Και το έπαθα γιατί ακριβώς με είχαν φοβίσει οι τύψεις και όρισα ως κουμανταδόρο την λογική.