Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2013

Για την Αγάπη !!!!!!!!!!




Μία φορά και έναν καιρό  πάνω στην γη, η ζωή και ο κόσμος ήταν διαφορετικός.
Ο ήλιος μη έχοντας τίποτα να χωρίσει ξυπνούσε μαζί με το φεγγάρι, το πράσινο ήταν τόσο ζωντανό που το άκουγες να μιλάει , η μέρα δρόσιζε το όλο με την λαμπερότητα της, το όμορφο κόκκινο άνηκε στο σκοτάδι και το όλο ήταν μαγικό.
Τα δέντρα τραγουδούσαν μαζί με τις λίμνες με κάτι νότες βγαλμένες από την ψυχή της μαγικής φύσης, τα βουνά χορεύανε μαζί με τα κύματα σε ασταμάτητους ρυθμούς , οι θάλασσες πότιζαν με το αλμυρό τους  νερό τα ποτάμια, ο χρόνος χωρίς να έχει κανένα νόημα σταμάτησε να δουλεύει, τα όνειρα ανέμελα πετούσαν στους αστραφτερούς ουρανούς, δημιουργώντας όλα μαζί ένα θεϊκό τοπίο.


Όλος αυτός ο μαγικά αρμονικός κόσμος είχε έναν κάτοικο, είχε μία και μοναδική θεά την Αγάπη.
Η Αγάπη ήταν αυτή που δεν ζητούσε τίποτα και τα είχε όλα, ήταν αυτή που είχε φωνή μονάχα για να τραγουδά, είχε μάτια μόνο για να ονειρεύεται την ζωή που ζούσε, είχε μια καρδιά που να αγαπά μόνο μπορούσε, ήταν η τέλεια κόρη του πιο μαγευτικού κόσμου.
Κάποια στιγμή μέσα στον χρόνο πέρασε κάτι το απροσδόκητα αναμενόμενο, πέρασε ανάμεσα από τους ουρανούς η μοναξιά.
Πέρασε και άγγιξε την καρδιά της Αγάπης.
Τάραξε την φυσική αρμονία του όλου, κάνοντας την Αγάπη να θέλει κάτι που δεν μπορούσε να του δώσει μορφή, δεν μπορούσε να του δώσει όνομα, απλά ένιωθε κάτι να λείπει.
Τότε οι μοίρες αποφάσισαν να δωρίσουν στην Αγάπη μία μορφή νομίζοντας πως θα ξανάφερναν την αρμονία του κόσμου σε ισορροπία και διώχνοντας με αυτόν τον τρόπο την μοναξιά που τόσο πολύ τάραξε την Αγάπη και το όλον.
Νόμιζαν πως η μορφή που θα γεννούσαν θα έδιωχνε την μοναξιά πίσω στον κόσμο όπου άνηκε και η Αγάπη θα ένιωθε ολάκερη όπως και πριν.
Ο χρόνος άρχισε να κυλάει προκειμένου να ολοκληρωθεί η γέννα.
Έτσι λοιπόν οι μοίρες γέννησαν τον άνθρωπο, δίνοντας τον δώρο στην Αγάπη.
Για λίγο στήθηκε μία γιορτή υποδοχής για τον ερχομό του ανθρώπου πάνω στην γη.
Πάνω στο γλέντι και στην χαρά η Αγάπη έκανε ένα δώρο στον άνθρωπο, ένα δώρο που θα τον έκανε να νιώθει μέρος του όλου, ένα δώρο που θα έφερνε τα πάνω κάτω.
Του έδωσε μια καρδιά, μια καρδιά που είχε μέσα της το απέραντο μαγευτικό όλο.
Οι μοίρες δώσανε τον χτύπο στην καρδιά του ανθρώπου και ο χτύπος έδωσε στον άνθρωπο ζωή.
Η ζωή του ανθρώπου έφερε την αλλαγή που κανένας δεν περίμενε.
Έφερε την αλλαγή που θα έκανε τις μοίρες να ανακαλύψουν τον θάνατο που θα κυνηγούσε την ζωή.
Να ανακαλύψουν την θλίψη που θα σκέπαζε την χαρά.
Να ανακαλύψουν το τέλος. Ένα τέλος που θα έκανε την Αγάπη να κρυφτεί.
Ο χρόνος έπιασε δουλειά και από τότε δεν σταμάτησε να δουλεύει ποτέ, δεν σταμάτησε να δίνει  μία αρχή και ένα τέλος σε κάθε ανθρώπου ζωή.
Η Αγάπη έμαθε πως δεν μπορεί να χωρέσει σε όλες των ανθρώπων τις καρδιές, έμαθε πως ο κόσμος δεν θα γίνει ποτέ ξανά ο ίδιος και πως ο καινούργιος βασιλιάς θα ήτανε ο θάνατος.
Ο θάνατος ήταν αυτός που ξύπνησε μαζί με την καρδιά του ανθρώπου και μαζί με τον θάνατο ο θεϊκός κόσμος άρχισε να μοιάζει ανθρώπινος και ο ανθρώπινος κόσμος είχε πόλεμο, είχε απληστία, είχε μίσος, είχε την θέληση να υποτάξει την Αγάπη, να την αμφισβητήσει και τελικά να την διώξει μέσα από την καρδιά του.
Η Αγάπη ανακάλυψε την κόλαση του ανθρώπινου κόσμου, ανακάλυψε την προδοσία, η προδοσία της έφερε την υπομονή και την πίστη να κερδίσει έναν πόλεμο που χάλασε το μαγευτικό όλο.
Ανακάλυψε την επιμονή και την συγχώρεση.
Η συγχώρεση ήταν αυτή που θα της έδινε λίγους εκλεκτούς ανθρώπους όπου θα μπορούσανε να κουβαλήσουν την Αγάπη μέσα στην καρδιά τους.
Που θα μπορούσανε να κρύψουν μέσα τους το όλο, που θα μπορούσανε να περιμένουν την επιστροφή της Αγάπης στον κόσμο.
Έτσι η Αγάπη έφυγε για ένα ταξίδι με επιστροφή.
Έφυγε σ’ ένα αστέρι μακρινό, έφυγε μέχρι  οι άνθρωποι που θα κουβαλούσαν την Αγάπη στην καρδιά τους θα συγχωρούσαν την ίδια τους την ύπαρξη.





Άκης κουστουλίδης