Δευτέρα, 7 Ιανουαρίου 2013

Το πενηντάρικο και του δολοφόνου η μάνα .............




Κάποτε, ξύπνησα μέσα σε ένα πρωινό Δευτέρας, γεμάτος άγχος από τον αγώνα με την ώρα, γεμάτος πίεση από τους κατά φαντασία μου πελάτες μου, έβαλα το κλειδί στην πόρτα του μαγαζιού μου καταφέρνοντας να το ανοίξω προτού φύγει εκείνη η μορφονιά η ανάπτυξη.
Άνοιξα μία περσινή εφημερίδα, έτσι και αλλιώς πάντα τα ίδια γράφουν από όσο θυμάμαι τον εαυτό μου, έφτιαξα έναν σκέτο φραπέ με καλαμάκι χιλιορουφηγμένο, κλαψούρισα απέναντι στους φακέλους με τους απλήρωτους λογαριασμούς μου, θυμήθηκα να προσευχηθώ σε κάποιον θεό που μπορεί να μου στείλει ένα καλύτερο μέλλον και ξαφνικά λίγο πριν με πιάσει η κατάθλιψη από το παρρόν,yes !!!!! μπαίνει πελάτης!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!


Με τα πολλά και με τα λίγα του πουλάω ένα τραπεζάκι των 150ευρώ στην εκπληκτική τιμή των 50ευρώ και η μέρα μου από την μία στιγμή στην άλλη πήρε νόημα, απέκτησε την χαρά της σημαντικότητας, οι ευχαριστίες πολλές και για κάποια λεπτά ταξίδεψα σε όλο τον κόσμο.
Αυτήν την η υπέροχη στιγμή μου την χάλασε η μάνα μου, η οποία ήθελε να την πάω με το ανασφάλιστό μου αμάξι στην τράπεζα για να πάρει εκείνα τα 200 της Γερμανίας(σύνταξη).
Φτου γαμώτο μου, πρέπει να βάλω για 10 βενζίνη, αλλά δεν πειράζει τόσο καιρό μου δίνει, να μην είμαι και αχάριστος θα μου μείνουν 40 ολόκληρα ευρώ!!!!!!!!
Ξεκινάω με την μάνα μου, την πηγαίνω στην τράπεζα και μέχρι να βγει μπήκα σε χίλιους πειρασμούς, μήπως να πάρω καμιά μπουγάτσα; μπα άσε τώρα...μήπως να πάρω κανά λουλούδι στην κοπέλα μου; μπα τι τους θέλουμε τους ρομαντισμούς τώρα.......  χάθηκα μέσα στου μυαλού μου την αγορά, έκανα τα φανταστικά μου ψώνια και μέχρι να καταλάβω τι έγινε να σου και η μάνα μου, αλλά δεν έρχεται μόνη.
Φέρνει μαζί της και μία κυρία, μια κυρία που έχει κάτι περίεργο επάνω της, νιώθω κάτι να κουβαλάει.
Μέσα στο αμάξι και πάνω στην συζήτηση που ανοίξανε την αναγνώρισα: ήταν η μάνα του δολοφόνου. Άκουσα μία ιστορία πόνου από μία μάνα που τολμούσε να πει ότι μπόρεσε να συγχωρέσει  το παιδί της, αλλά την πράξη που έκανε ποτέ.
Την πράξη της δολοφονίας ποτέ και ας τον αθώωσαν τα δικαστήρια, και ας έλαμψε η αλήθεια, και ας είναι το παιδί της από κείνα τα παιδιά που τα λέμε χαζά και τα κοροϊδεύουν οι λογικοί του χωριού, αυτή μονολογούσε για το γεγονός που έκλεισε δύο σπίτια.
Έμαθα πως τον κορόιδευαν και τον χτυπούσαν μέχρι που πήρε την καραμπίνα και σκότωσε τον έναν. Τι σημασία να έχει άραγε το δίκιο;
Δεν μπορώ να περιγράψω με λόγια την τραγικότητα αυτής της ιστορίας και ούτε θα μπω ποτέ στην διαδικασία να δώσω με την λογική μου δίκιο σε κάποιον, αλλά θα πω αυτό που έμαθα εκείνη την μέρα.
Έμαθα πως ο κόσμος μου έχει αόρατες πληγές που τρέχουν συνέχεια αίμα, έχει σε κάθε σπίτι και ένα δράμα όπου μπορείς να κλάψεις για όσο αντέχεις, έχει διαχωρισμούς αόρατους που όμως μπορούν να κάνουν κάποιους να θεωρήσουν τον εαυτό του ανώτερο ον και να χλευάσουν οποιονδήποτε θεωρήσουν αυτοί  τρελό.
Και όμως είναι τέτοια η τελειότητα του κόσμου που ζούμε που από την αδυναμία μας να τον κατανοήσουμε τον καταστρέφουμε με μανία.



Υ.Γ. αυτήν την ιστορία την έζησα στο μακρινό μου παρελθόν την 28/12/2012 και αφού δεν βγήκε αληθινή η προφητεία των Μάγια................

Άκης κουστουλίδης