Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Η επιθυμία μου να ελαττωθώ






Από μικρός, ό,τι ήθελα να προστατέψω από τους άλλους, ό,τι φοβόμουν να χάσω, το’χωνα σ’ έναν λάκκο στον παιδότοπό μου και το σκέπαζα με χώμα.

Κάθε λάκκος είχε κι από έναν φόβο μου.



Κάποτε, σκέφτηκα να ξεθάψω μερικούς, να δω αν μπορούσα να τους αντικρύσω στα ίσα, αλλά δεν το’ κανα. Αντίθετα, πρόσθεσα κι άλλο χώμα, ώσπου σχηματίστηκε εκεί ένα μικρό βουναλάκι, στην κορυφή του οποίου φύτεψα βολβούς διαφόρων λουλουδιών.

Ήρθε, τότε, καιρός που άνθισαν όλοι μαζί, οι φόβοι μου. Και προσκαλούσα στον παιδότοπο φίλους και φίλες να τους δείξω πόσο όμορφοι είναι όταν τους έχεις θαμμένους.

Μερικοί μου ζήτησαν να φυτέψω και τους δικούς τους εκεί, στους μικρούς μου λόφους, διάσπαρτους στην αυλή του σπιτιού όπου μεγάλωσα. Τους είπα «εντάξει», αλλά όταν έφευγαν, πάλι τους δικούς μου φόβους φύτευα και όταν άνθιζαν κι αυτοί, τους φώναζα και τους έλεγα πως είναι δικού τους.

Μεγάλωσε πολύ ο κήπος μου. Τον καμάρωναν όλοι. Στην κοινότητα τον βράβευσαν μάλιστα, ως τον πιο ωραίο της γειτονιάς, και μου έδωσαν ένα σακί από σπόρους σπάνιων λουλουδιών εξωτικών χωρών, να κάνω τους φόβους μου παραδεισένιους.


Δόξα τω Θεώ, δεν μου έλειπε ποτέ η πρώτη ύλη. Πάντα είχα κάτι που ήθελα να κρύψω. Και συνεχώς στοίβαζα πράγματα από πάνω.

Μέσα μου ήμουν άδειος, μα ένοιωθα βαρύς όσο δεν περιγράφεται. Απ έξω, οι φίλοι θαύμαζαν λουλούδια, και στους διαγωνισμούς κηπουρικής δεν έμεινε βραβείο που να μην κερδίσω.

Επιστρέφοντας σπίτι μετά από κάθε τέτοια λαμπρή τελετή, κλεινόμουν στη γωνιά μου κι έκλαιγα γοερά. Έδινα συνέχεια υποσχέσεις στον εαυτό μου ότι θα γκρεμίσω όλα τα ψευτοανθισμένα βουναλάκια, ότι θα ξεριζώσω τους φόβους μου, και ότι θα τους αντιμετωπίζω πλέον μόνος μου, φανερά, χωρίς να τους σκεπάζω με τίποτα.

Αυτό το βασανιστικό παιχνίδι κράτησε χρόνια. Τόσα, που δεν μπορώ να τα μετρήσω. Κι η επιθυμία μου να ελαττωθώ, είναι ακόμα εκεί…


_______________